Ερμηνεία γονοτύπων θρομβοφιλίας
Factor V Leiden: Η μετάλλαξη σε ετεροζυγωτία αυξάνει στο τετραπλάσιο με οχταπλάσιο την πιθανότητα δημιουργίας θρομβώσεων. Η μετάλλαξη σε ομοζυγωτία αυξάνει κατά 80 φορές την πιθανότητα θρόμβωσης.
HR2: Οι ετεροζυγώτες για τον πολυμορφισμό HR2 οι οποίοι φέρουν και τη μετάλλαξη Factor V Leiden σε ετεροζυγωτία έχουν αυξημένες πιθανότητες φλεβικών θρομβώσεων.
MTHFR (C677T): Οι ομοζυγώτες ανέρχονται στο 11% του Καυκάσιου πληθυσμού και ενδέχεται να προκαλέσει σε υπερομοκυστεϊναιμία σε περίπτωση διατροφικής έλλειψης φυλλικού οξέος. Οι ετεροζυγώτες δεν έχουν κλινικό φαινότυπο.
MTHFR A1298C: Η μετάλλαξη δεν φαίνεται να επιδρά στη λειτουργία της πρωτεΐνης MTHFR συνεπώς δεν μεταβάλλονται τα επίπεδα της ομοκυστείνης. Οι σύνθετοι ετερόζυγοι για τις μεταλλάξεις C677T και A1298C παρουσιάζουν όμοιο κλινικό φαινότυπο με τους ομοζυγώτες για τη μετάλλαξη C677T.
PROTHROMBIN G20210A: Η μετάλλαξη G20210A στο γονίδιο της προθρομβίνης εμφανίζεται στο 2-3 % του Καυκάσιου πληθυσμού και ανευρίσκεται στο 6% των ασθενών με θρομβοεμβολικό επεισόδιο.
β-fibrinogen: Η μετάλλαξη -455G>A σε ετεροζυγωτία ή μοζυγωτία έχει συσχετιστεί με αύξηση του ινωδογόνου στο αίμα, γεγονός που ενδέχεται να προκαλέσει θρομβοτικά επεισόδια. Αυτός ο κίνδυνος αυξάνει ιδιαίτερα σε χρόνιους καπνιστές και υπερτασικούς καθώς και σε άτομα με αρτηρίες μικρής διαμέτρου. Αυξημένα επίπεδα του ινωδογόνου έχουν συσχετιστεί με αγγειακά επεισόδια π.χ έμφραγμα του μυοκαρδίου, εγκεφαλικό, φλεβική θρομβοεμβολή.
FXIII: Ο παράγοντας XIIIή παράγοντας σταθεροποίησης του ινώδους είναι ένα ένζυμο του συστήματος της πήξης, το οποίο χρησιμεύει στην σταθεροποίηση του δικτύου του ινώδους. H παρανοηματική μετάλλαξη Val34Leu έχει συσχετιστεί με προστατευτική δράση κατά του εμφράγματος του μυοκαρδίου και με μείωση της πιθανότητας δημιουργίας θρομβώσεων. Η παντελής έλλειψη του παράγοντα ΧΙΙΙ είναι πολύ σπάνια και μπορεί να προκαλέσει σοβαρότατη αιμορραγική τάση. Η συχνότητα εμφάνισης είναι 1 στο εκατομμύριο.
PAI-1: Ο γονότυπος 4G/4G έχει συσχετιστεί με αυξημένη συγκέντρωση ενώ ο γονότυπος 5G/5G έχει συσχετιστεί με χαμηλή συγκέντρωση PAI-1 στο πλάσμα. Ο γονότυπος 4G/5G σχετίζεται με φυσιολογικά επίπεδα PAI-1 στο πλάσμα. Στην περίπτωση της αυξημένης συγκέντρωσης αυξάνει η πιθανότητα για αρτηριακή και φλεβική θρόμβωση. Ο γονότυπος 4G/4G έχει αναδειχθεί σε ανεξάρτητο παράγοντα όσον αφορά την εκδήλωση θρομβώσεων της στεφανιαίας αρτηρίας και ισχαιμικών εγκεφαλικών επεισοδίων. Στην περίπτωση της χαμηλής συγκέντρωσης αυξάνεται η πιθανότητα ανάπτυξης ανευρύσματος κοιλιακής αορτής.
GPIIIA: Το GPIIIA (HPA) είναι πολυμορφικό αντιγόνο της επιφάνειας των αιμοπεταλίων. Ο γονότυπος b/b έχει συσχετιστεί με περιπτώσεις εμφράγματος του μυοκαρδίου σε νεαρή ηλικία (<55 ετών) καθώς και με αυξημένη πιθανότητα θρόμβωσης της στεφανιαίας αρτηρίας μετά από καρδιολογικές επεμβάσεις με χρήση stent.
APOB: Η απολιποπρωτεΐνη Β (ΑpoB) είναι μία από τις απολιποπρωτεΐνες που συμμετέχουν στο μεταβολισμό των λιπιδίων. Η μετάλλαξη στη θέση 3500 οδηγεί σε μειωμένη ικανότητα σύνδεσης LDL και LDL-υποδοχέα, και προδιαθέτει για την ανάπτυξη υπερλιπιδαιμίας και πρώιμης αρτηριοσκλήρυνσης. Έχει αναφερθεί ότι ο κίνδυνος εμφάνισης στεφανιαίας νόσου στα άτομα που φέρουν τη συγκεκριμένη μετάλλαξη ισοδυναμεί με βάση στατιστικά στοιχεία με αυτόν των ασθενών με οικογενή υπερχοληστερολαιμία.
ACE: Οι αγγειοτενσίνες είναι πεπτίδια που λειτουργούν ως αγγειοσυσπαστικοί παράγοντες. Ο γονότυπος D/D σχετίζεται με υψηλά επίπεδα αγγειοτενσίνης στο αίμα, τα οποία ενδέχεται να προκαλέσουν υπέρταση, διαβητική νεφροπάθεια, καθώς και θρομβοεμβολικό επεισόδιο.
GPIA: Η γλυκοπρωτεΐνη GPIa είναι ένας υποδοχέας κολλαγόνου των αιμοπεταλίων. Ο πολυμορφισμός 807 C/T του γονιδίου της GPIa (ITGA2) έχει συσχετιστεί με αύξηση της έκφρασης των υποδοχέων GP Ia/IIa η οποία έχει συσχετιστεί με τη δημιουργία θρομβώσεων.
APOE: Η πρωτεΐνη ApoE διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στο μεταβολισμό των λιποπρωτεϊνών και της χοληστερόλης. Η ισομορφή Ε2 έχει συσχετιστεί με την υπερλιποπρωτεϊναιμία τύπου ΙΙΙ. Ο γονότυπος Ε2/Ε2 έχει συσχετιστεί με αυξημένο κίνδυνο δημιουργίας αθηρωματικής πλάκας και την εμφάνιση στεφανιαίας νόσου. Η ισομορφή Ε3 απαντάται στο 64% του πληθυσμού και σχετίζεται φαινοτυπικά με το φυσιολογικό μεταβολισμό των λιποπρωτεϊνών. Η ισομορφή Ε4 έχει συσχετιστεί με την εκδήλωση αθηροσκλήρυνσης και με ιστορικό πρώιμης εκδήλωσης της νόσου του Alzheimer. Αν και το αλληλόμορφο Ε4 απαντάται στο 40-65% των ασθενών με τη νόσο του Alzheimer σε ετεροζυγωτία ή ομοζυγωτία, η ισομορφή Ε4 δεν αποτελεί καθοριστικό παράγοντα εκδήλωσης της νόσου. Επίσης, υπάρχουν ενδείξεις ότι το αλληλόμορφο Ε2 μπορεί να δρα προστατευτικά. Ο γονότυπος Ε2/Ε4 ισοδυναμεί με τον γονότυπο Ε3/Ε3 ο οποίος θεωρείται φυσιολογικός.
Για οποιαδήποτε επιπλέον πληροφορία, τιμές, στείλτε μας e-mail η τηλεφωνήστε μας.
info@neoscreengr.com